Ψυχανάλυση – Ψυχοθεραπεία
με Ψυχαναλυτικό Προσανατολισμό
Η ψυχανάλυση καθώς και η ψυχοθεραπεία με ψυχαναλυτικό προσανατολισμό, συνιστούν μια δημιουργική διαδικασία διερεύνησης της προσωπικής αλήθειας και της επιθυμίας του ατόμου που προσέρχεται σε αυτή.
Οι συνεδρίες με ψυχολόγο – ψυχαναλυτή στηρίζονται στην ψυχαναλυτική θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα συμπτώματα αποτελούν εκφράσεις ψυχικής δυσφορίας και εξωτερικεύσεις εσωτερικών συγκρούσεων.
Η ψυχαναλυτική διαδικασία
Οι ελεύθεροι συνειρμοί αποτελούν το βασικό εργαλείο της ψυχανάλυσης. Μέσα σε όσα λέγονται αναδύεται μια βαθύτερη αλήθεια και επιθυμία, η οποία συχνά παραμένει καλυμμένη. Ακριβώς για αυτό, σημαντική είναι η ύπαρξη ενός πλαισίου όπου η έκφραση του λόγου γίνεται δεκτή με εμπιστοσύνη, μέσα από ελεύθερες συνομιλίες.

Μέσα από τη σχέση εμπιστοσύνης και το αίσθημα ασφάλειας που αναπτύσσεται, οι συναντήσεις επιτρέπουν στις καλυμμένες συναισθηματικές δυνάμεις —οι οποίες μπορεί να βρίσκονται σε σύγκρουση και να εκδηλώνονται μέσω συμπτωμάτων όπως δυσφορία, άγχος ή σωματικές εκδηλώσεις— να βρουν διέξοδο. Στην πορεία, ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος καλείται να τις αναγνωρίσει και να τις διευθύνει.
“Η ικανότητα του αγαπάν και του εργάζεσθαι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρώπινης ιδιότητας.“
Sigmund Freud
Στόχος της ψυχαναλυτικής διαδικασίας
Στόχος της ψυχαναλυτικής διαδικασίας αποτελεί η ανάδειξη και η κατανόηση ασυνείδητων διεργασιών που δρουν εν αγνοία του ατόμου και περιορίζουν την ελευθερία του. Με την παρουσία του, ο ψυχαναλυτής συνοδεύει εκείνον που του απευθύνεται, στη διατύπωση του αιτήματός του και στη διερεύνηση της θέσης του σε σχέση με την προσωπική του ιστορία —παρελθούσα και ενεστώσα.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή, η ψυχαναλυτική διαδικασία προσφέρει μια διαφορετική κατανόηση των δυσκολιών. Επίσης, καθιστά δυνατή την απόδοση νοήματος και την ενίσχυση της δημιουργικότητας στη ζωή του ατόμου, προσφέροντάς του την ευκαιρία να συναντήσει και να φροντίσει τον εαυτό του.
Η αλλαγή, λοιπόν, αφορά συχνά την αντίληψη που έχει κανείς για τον εαυτό του, μια πιο λεπτή και βαθιά γνώση του εαυτού του και των άλλων, καθώς και μια καλύτερη κατανόηση των συναισθηματικών, ψυχικών και σωματικών φαινομένων. Αυτό αλλάζει τη σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους και διευκολύνει την ικανότητα επικοινωνίας και αγάπης.
